n. [Gr. pro, before; nymphe, pupa]
An individual enclosed in an embryonic cuticle which is shed during eclosion and left in the egg shell, or cast after hatching; vermiform larva; primary larva.

Online Dictionary of Invertebrate Zoology. . 2005.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • pronymph — pro·nymph …   English syllables

  • pronymph — …   Useful english dictionary

  • vermiform larva — (ARTHROPODA: Insecta) A legless worm like larva, lacking a well developed head; see pronymph …   Dictionary of invertebrate zoology

  • προνύμφη — Γενική ονομασία της νεανικής μορφής που έχουν μερικά ασπόνδυλα και σπονδυλωτά ζώα όταν βγαίνουναπό το αβγό. Η π. χαρακτηρίζεται από την όψη και το είδος της ζωής περισσότερο ή λιγότερο διαφορετικά από το ακμαίο άτομο· εκτός από τις εξαιρετικές… …   Dictionary of Greek

  • pronymphal — adjective see pronymph …   Useful english dictionary

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”